Τα δέκα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς που πέρασε, σύμφωνα με το προσωπικό μου γούστο και την αισθητική μου.
1) Λένα Πλάτωνος- Καβάφης, 13 Ποιήματα
Στην εκπνοή του 2010, κυκλοφόρησε και δισκογραφικά η εργασία της Λένας Πλάτωνος πάνω στην ποίηση του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, έτσι όπως είχε πρωτοπαρουσιαστεί στη Μικρή Επίδαυρο, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών. Η πρωθιέρεια της ελληνικής ηλεκτρόνικα επεφύλαξε μια ιδιαιτέρως τολμηρή προσέγγιση στο σκοτεινότερο Έλληνα ποιητή, 20 σχεδόν χρόνια μετά τη συναρπαστική της ανάγνωση στον Καρυωτάκη. Φυσικά και δεν πρόκεται για ένα εύκολο αλμπουμ, ούτε είναι μια δουλειά που χαρίζεται στον ακροατη, ιδίως σ' εκείνον που έχει συνηθίσει το λόγο του μεγάλου αλεξανδρινού με πιο συμφωνικό ένδυμα. Πιστεύω βαθιά όμως ότι ο χρόνος θα δικαιώσει αυτόν τον υπόγειας δυναμικής Καβάφη όπως και την ίδια τη σπουδαία καλλιτέχνιδα για την καινοτόμο μελοποιητική της πρόταση.
2) The Boy- Kουστουμάκι
Το δεύτερο δισκογραφικό σόλο του Αλέξανδρου Βούλγαρη είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό. Στο "Κουστουμάκι", έργο ιδιοσυγκρασιακό και απαισιοδοξο, ο Βούλγαρης ανατέμνει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα προλαβαίνοντας να χωρέσει στο στενό μέγεθος ενός άλμπουμ όλη την αστική βία, την απόγνωση και την ασφυξία που βιώνει ο μέσος κάτοικος αυτής της χώρας. Ένα εξαιρετικό κοινωνικό σχόλιο και μάλιστα διατυπωμένο στα ελληνικά.
3) Χρήστος Λεοντής - Χελιδών ηδομένη (Αριστοφάνης)
Ένα έργο που συγκεντρώνει την πολύτιμη προσφορά του Χρήστου Λεοντή στη θεατρική μουσική, και συγκεκριμένα στον Αριστοφάνη. Η εργασία του είναι όπως πάντα υποδειγματική, ενώ η προσέγγιση του στον Αθηναίο κωμωδιογράφο εμπεριέχει σπουδή και μακρόχρονη μελέτη. Σε εξαιρετική έκδοση από το Μετρονόμο, με dvd, καλαίσθητο artwork και βιβλιαράκι με όλους τους στίχους.
4) Monika- Exit
Το σκόπελο του δύσκολου δεύτερου δισκογραφικού βήματος, η νεαρή τραγουδοποιός το ξεπερνάει με περισσή ευκολία με το Exit, ένα άλμπουμ γεμάτο όμορφες μελωδίες, καλύτερους -σε σχέση με το ντεμπούτο Avatar- στίχους, εντυπωσιακές ορχήστρες και τις χαρακτηριστικές αλά Monika ερμηνείες -αν και με τις τελευταίες εμφανέστερα ατελεις. Η επιτυχία είναι δεδομένη, όπως και η νέα κατάσταση στην αγγλόφωνη ελληνική σκηνή. Όσοι την χαρακτήρισαν διάττοντα αστέρα, προλαβαίνουν ν΄ αλλάξουν γνώμη.
5) Νατάσσα Μποφίλιου- Εισιτήρια διπλά
Η σημαντικότερη εκπρόσωπος του νέου έντεχνου τραγουδιού, μαζί με την παρέα της (Θέμης Καραμουρατίδης στη σύνθεση/Γεράσιμος Ευαγγελάτος στο στίχο) κατέθεσε στις αρχές του 2010 ένα ωραιότατο δίσκο, στέρεο μουσικά και στιχουργικά, εξαιρετικό ερμηνευτικά
(εντυπωσιακή η φωνητική/ ερμηνευτική ωρίμανση της Μποφίλιου) και το σημαντικότερο χωρίς ίχνος έντεχνης μιζέριας.
6) Smokey Bandits- Debut
Ένα γοητευτικό χαρμάνι κάθε είδους ήχων και μουσικών στυλ αλλά και μια πληθώρα κινηματογραφικών επιρροών αποτελούν το ντεμπούτο πρότζεκτ των 14μελών Smokey Bandits, μιας μπάντας που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από εκείνες του εξωτερικού. Απολαυστικό!
7) Marietta Fafouti - Try a little romance
Πολύ όμορφο ντεμπούτο από μια νέα και ενδιαφέρουσα τραγουδοποιό που πολλοί θα χαρακτήριζαν παλιομοδίτισσα. Ρομαντισμός, γλυκιές μελωδίες, όμορφοι στίχοι είναι τα συστατικά αυτού του άλμπουμ που θυμίζει ανοιξιάτικο περίπατο.
8) Νίκος Χαλβατζής- Γκόλεμ
Ένας μεταφυσικός δίσκος από έναν αβάντ- γκαρντ καλλιτέχνη, που ζει και εργάζεται στην Κοζάνη. Δέκα σκοτεινά τραγούδια κι ένα προσωπικό σύμπαν που μπορεί να ξενίζει αρχικώς αλλά κρύβει αρκετή γοητεία και πρωτοτυπία. Αξίζει να το ανακαλύψετε.
9) Φοίβος Δεληβοριάς- Ο αόρατος άνθρωπος
Μετά από μια μικρή -αναπόφευκτα- δημιουργική στασιμότητα, ο Φοίβος Δεληβοριάς επιστρέφει με νέο ήχο, καινούριες ιδέες και ένα άλμπουμ που προχωράει μπροστά τον ίδιο και την τραγουδοποιΐα του. Πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη.
10) Soumka- 16 days
Οι περισσότεροι τον γνωρίζουμε ως παραγωγό (εμπορικών) σουξέ, όμως ο Soumka δεν είναι μόνο αυτό. Με το δεύτερο προσωπικό του άλμπουμ "16 days" -ένα συμφωνικό έργο γεμάτο ευαισθησία και λυρισμό- ο ακομπλεξάριστος αυτός δημιουργός αποδεικνύει ότι είναι ένας ταλαντούχος και πολυσχιδής καλλιτέχνης.
Καλή Χρονιά!
Παράθυρα (Ποιήματα 1897-1933) του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη σε μελοποίηση της Λένας Πλάτωνος. Ερμηνεία: Γιάννης Παλαμίδας. Άλμπουμ: "Καβάφης, 13 ποιήματα" (2010).
*Το λογοπαίγνιο ανήκει στον Αλέξη Λ.,κατά κόσμον Αλέξη Λιόλη.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καβάφης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
29 Δεκεμβρίου 2010
30 Σεπτεμβρίου 2010
Κ.Κ.
Κ.Κ.
Λένας Πλάτωνος και Δημήτρη Παπαϊωάννου.
Με το Γιάννη Παλαμίδα.
Το Δεκέμβρη στο Παλλάς.
Κ.Κ. Μουσική παράσταση σε σκηνοθεσία Δημήτρη Παπαϊωάννου, μουσική Λένας Πλάτωνος και ποίηση Κωνσταντίνου Καβάφη.
Παλλάς, Δεκέμβριος 2010.
Λένας Πλάτωνος και Δημήτρη Παπαϊωάννου.
Με το Γιάννη Παλαμίδα.
Το Δεκέμβρη στο Παλλάς.
Κ.Κ. Μουσική παράσταση σε σκηνοθεσία Δημήτρη Παπαϊωάννου, μουσική Λένας Πλάτωνος και ποίηση Κωνσταντίνου Καβάφη.
Παλλάς, Δεκέμβριος 2010.
20 Ιουλίου 2010
Η πόλις
Δεν είχε χωριό. Όλοι έρχονταν από κάπου, μόνο εκείνη αισθανόταν να γεννήθηκε στο πουθενά. Έβλεπε τους άλλους να φεύγουν σαββατοκύριακα κι αργίες για το χωριό τους επιστρέφοντας με βαλίτσες γεμάτες σπιτικά φαγητά ή να αποτοξινώνονται τα καλοκαίρια στο πατρικό- άσυλο μακριά από την Αθήνα κι αισθανόταν ξένη. Όχι ξένη, μετέωρη. Χωρίς ρίζες, ξεκρέμαστη, σαν ένα χέρι να την παράτησε στη πόλη αυτή.
Είχε γεννηθεί εδώ. Πριν 37 χρόνια. Θυμόταν ελάχιστα τη γειτονιά της, κάπου στο Παγκράτι. Μπαλκόνια με γλαστράκια, το θερινό σινεμά -ίσως να είναι ακόμα ανοιχτό, η λαϊκή αγορά όπου πήγαινε με τη μαμά της κάθε Τρίτη πρωί πρωί. Πολυκοσμία, μελαμψές γυναικες με μαντήλια, φωνές, λαχανικά σε δραχμές. Εκείνη κοριτσάκι να παρατηρεί από χαμηλά το θορυβώδη κόσμο, τους λαιμούς των νοικοκυρών και τις σφικτές παλάμες τους στα καρότσια, το χέρι της μητέρας που την έσερνε μες στο πλήθος.
Μετά συσκότιση. Δεν είχε άλλη ανάμνηση από τη γειτονιά, καμία θύμηση από τη μετά ζωή της εκεί. Οικογένεια, σχολείο, εφηβεία και πανελλήνιες είχαν απωθηθεί στην πιο σκοτεινή περιοχή της μνήμης της. Θυμόταν μόνο τα παιδικά της χρόνια, σαν να έζησε αποκλειστικά ως παιδί περνώντας κατευθείαν στην ενήλικη ζωή, τότε που άνοιξε την πόρτα και έφυγε τελεσίδικα από το πατρικό της, τη μέρα που πέρασε στο πανεπιστήμιο.
Πήγε να ζήσει στο δυαμισαράκι -δώρο του πατέρα για τη θριαμβευτική είσοδο στη Φιλοσοφική- σε μια ερημική γειτονιά στο Γαλάτσι. Έκτοτε ζούσε μόνη της εκεί. Κάποια στιγμή είχε μείνει και ο πρώην άντρας της, λίγο στριμωχτά είναι η αλήθεια. Πάνε τρία χρόνια που χώρισαν, κοινή συναινέσει. Ένα ήσυχο κυριακάτικο πρωινό, ξύπνησαν σιωπηλοί, ήπιαν τον καφέ τους αποφεύγοντας να συναντηθούν οι ματιές τους, μάζεψαν παρέα τη βαλίτσα του, φιλήθηκαν τελευταία φορά και χώρισαν οριστικά.
Δεν της έλειπε πια. Μόνο τα καλοκαίρια νοσταλγούσε τις διακοπές που μοιράστηκε μαζι του. Ήταν ο πρώτος που την είχε πείσει να φύγει από την πόλη. Ταξίδευαν με τη μηχανή του, γύριζαν κάθε γωνιά της Ελλάδας, περνούσαν ολόκληρη την άδειά τους μαζί, είκοσι μέρες πετώντας με μια σέλα, ακτή ακτή, κατακτούσαν όποια ερημική παραλία υπήρχε, έκαναν μπάνιο, μετά έρωτα -συχνά μόνο έρωτα- και αποκοιμόντουσαν γυμνοί.
Μετά το χωρισμό δεν είχε ξαναφύγει από το λεκανοπέδιο ούτε είχε ξαναπάει διακοπές. Δεν το είχε επιδιώξει. Πού να πάει κιόλας. Οι φίλες της προτιμούσαν τα κοσμοπολίτικα νησιά, Μύκονο, Σαντορίνη, μπιτς μπάρ και μοχίτος, εκείνη νοσταλγούσε ελευθερία, να γύριζε πάλι την Ελλάδα από άκρη σ άκρη, παράλληλα με τη θάλασσα, να ξαναθυμόταν κάθε παραλία που είχε εξερευνήσει μαζί του, όχι για εκείνον αλλά για την εποχή που ένιωσε πρωτόγνωρα ελεύθερη, τότε που για λίγο η ζωή της έτρεξε ορμητικά κόντρα στον άνεμο προσπερνώντας κάθε τι θλιβερό, όχι σαν τώρα που ζωή της ήταν η ίδια η θλίψη.
Αύριο ξεκινούσε η άδειά της. Εικόσι ολόκληρες μέρες που δεν είχε πάλι πώς να ξοδέψει. Όλοι περιμέναν γκρινιάζοντας να φτάσει ο Αύγουστος, να φύγουν και να επιστρέψουν μαυρισμένοι το Σεπτέμβρη ανταλλάσσοντας μετά εμπειρίες από παραλίες και ταβερνάκια δίπλα στη θάλασσα, εκείνη πάλι μισούσε αυτό το μήνα, που έμενε στην Αθήνα, ολομόναχη σε μια πόλη άδεια -εγκαταλειμμένη- με την παρέα αδέσποτων και πρεζονιών, περίπτερα κλειστά, πολυκατοικίες με παντζούρια κατεβασμένα, μπαλκόνια έρημα, μοναδική υποψία ζωής οι σκιές των διαρρηκτών στις ταράτσες, να, τουλάχιστον εκείνη δεν είχε ν' ανησυχεί ότι θα γύρισε πίσω το Σεπτέμβρη αντικρύζοντας το σπίτι της ανοιγμένο.
Φέτος δεν άντεχε όμως πάλι εδώ. Ανυπόφορο καλοκαίρι, τσιμέντα να βράζουν, κλιματιστικό να υπολειτουργεί, ο φωταγωγος να μυρίζει από τη ζέστη, εκείνη μόνη στη βεράντα να μετράει πόσα αυτοκίνητα πέρασαν όλο το βράδυ -πάντα μονοψήφιος αριθμός. Φέτος θα έφευγε, θα μπαινε στο τρένο -τα πλοία τα μισούσε, να γιατί απέφευγε τα νησιά- ίσως Χαλκιδική, και η Καβάλα έχει ωραίες παραλίες, γιατί όχι Πελοπόννησο, ακόμα και κατακαμμένη έχει ένα σωρό ομορφιές.
Ετοίμασε το σάκο της, πετσέτα, αντιηλιακό, λίγα φρούτα για τη λιγούρα μετά το μπάνιο κι ένα βιβλίο "γυναικείας λογοτεχνίας" (έτσι τα αποκαλούσε υποτιμητικά εκείνος) και ήταν έτοιμη για τις διακοπές της. Δε θα πήγαινε μακριά. Και φέτος εδώ γύρω θα την έβγαζε. "ΑΜΒΡΑΚΙΑ, Θαλάσσια-μπάνια-και-εκδρομές-στην-πανέμορφη-Αττική-με-δικά-μας-υπερπολυτελή-λεωφορεία", παρέα με γριές και μοναχικούς αγνώστους, όχι πια αγνώστους αλλά οικεία πρόσωπα, τους ήξερε από πέρυσι, τους έβλεπε καθημερινά στο λεωφορείο, και φέτος θα της χαμογελούν αλληλέγγυα κάθε φορά που θα διασχίζει το διάδρομο για να βρει θέση δίπλα στο παράθυρο, να μπορεί να βλέπει θάλασσα και ν' αγναντεύει τις ακτές, να ξεγελιέται ότι φεύγει, όχι βέβαια με μηχανή σαρώνοντας την Ελλάδα, ούτε με ΚΤΕΛ φτάνοντας σ' ένα ιδανικό χωριό αλλά τουλάχιστον μακριά για λίγες ώρες από τον ήχο του χαλασμένου κλιματιστικού και την απόλυτη σιωπή της πόλης.
Γιατί δεν είχε χωριό να πάει, ούτε εξοχικό στον τόπο των γονιών της, να φεύγει τα τριήμερα και τον Αύγουστο σαν τους άλλους και να επιστρέφει ήρεμη από την αστική ένταση, ήταν Αθηναία χωρίς ρίζες και καταγωγή, γεννήθηκε εδώ και δε μπορούσε να φύγει, άλλο την εποχή που ήταν με εκείνον, τώρα καθηλώθηκε στην πόλη για πάντα, κι αν έφευγε, άδικος κόπος, την πόλη μέσα της θα κουβαλούσε.

(Στη θέση της φωτογραφίας θα έπρεπε να υπάρχει το τραγούδι "Η Πόλις" της Λένας Πλάτωνος, σε ποίηση Κωνσταντίνου Π. Καβάφη και ερμηνεία Γιάννη Παλαμίδα, το οποίο όμως δεν έχει ακόμα δισκογραφηθεί. Θα αναρτηθεί κανονικά μόλις βρει το δρόμο για τη δισκογραφία)
H πόλις του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, σε μουσική της Λένας Πλάτωνος. Ερμηνεία: Γιάννης Παλαμίδας. Αδισκογράφητο προς το παρόν.
Είχε γεννηθεί εδώ. Πριν 37 χρόνια. Θυμόταν ελάχιστα τη γειτονιά της, κάπου στο Παγκράτι. Μπαλκόνια με γλαστράκια, το θερινό σινεμά -ίσως να είναι ακόμα ανοιχτό, η λαϊκή αγορά όπου πήγαινε με τη μαμά της κάθε Τρίτη πρωί πρωί. Πολυκοσμία, μελαμψές γυναικες με μαντήλια, φωνές, λαχανικά σε δραχμές. Εκείνη κοριτσάκι να παρατηρεί από χαμηλά το θορυβώδη κόσμο, τους λαιμούς των νοικοκυρών και τις σφικτές παλάμες τους στα καρότσια, το χέρι της μητέρας που την έσερνε μες στο πλήθος.
Μετά συσκότιση. Δεν είχε άλλη ανάμνηση από τη γειτονιά, καμία θύμηση από τη μετά ζωή της εκεί. Οικογένεια, σχολείο, εφηβεία και πανελλήνιες είχαν απωθηθεί στην πιο σκοτεινή περιοχή της μνήμης της. Θυμόταν μόνο τα παιδικά της χρόνια, σαν να έζησε αποκλειστικά ως παιδί περνώντας κατευθείαν στην ενήλικη ζωή, τότε που άνοιξε την πόρτα και έφυγε τελεσίδικα από το πατρικό της, τη μέρα που πέρασε στο πανεπιστήμιο.
Πήγε να ζήσει στο δυαμισαράκι -δώρο του πατέρα για τη θριαμβευτική είσοδο στη Φιλοσοφική- σε μια ερημική γειτονιά στο Γαλάτσι. Έκτοτε ζούσε μόνη της εκεί. Κάποια στιγμή είχε μείνει και ο πρώην άντρας της, λίγο στριμωχτά είναι η αλήθεια. Πάνε τρία χρόνια που χώρισαν, κοινή συναινέσει. Ένα ήσυχο κυριακάτικο πρωινό, ξύπνησαν σιωπηλοί, ήπιαν τον καφέ τους αποφεύγοντας να συναντηθούν οι ματιές τους, μάζεψαν παρέα τη βαλίτσα του, φιλήθηκαν τελευταία φορά και χώρισαν οριστικά.
Δεν της έλειπε πια. Μόνο τα καλοκαίρια νοσταλγούσε τις διακοπές που μοιράστηκε μαζι του. Ήταν ο πρώτος που την είχε πείσει να φύγει από την πόλη. Ταξίδευαν με τη μηχανή του, γύριζαν κάθε γωνιά της Ελλάδας, περνούσαν ολόκληρη την άδειά τους μαζί, είκοσι μέρες πετώντας με μια σέλα, ακτή ακτή, κατακτούσαν όποια ερημική παραλία υπήρχε, έκαναν μπάνιο, μετά έρωτα -συχνά μόνο έρωτα- και αποκοιμόντουσαν γυμνοί.
Μετά το χωρισμό δεν είχε ξαναφύγει από το λεκανοπέδιο ούτε είχε ξαναπάει διακοπές. Δεν το είχε επιδιώξει. Πού να πάει κιόλας. Οι φίλες της προτιμούσαν τα κοσμοπολίτικα νησιά, Μύκονο, Σαντορίνη, μπιτς μπάρ και μοχίτος, εκείνη νοσταλγούσε ελευθερία, να γύριζε πάλι την Ελλάδα από άκρη σ άκρη, παράλληλα με τη θάλασσα, να ξαναθυμόταν κάθε παραλία που είχε εξερευνήσει μαζί του, όχι για εκείνον αλλά για την εποχή που ένιωσε πρωτόγνωρα ελεύθερη, τότε που για λίγο η ζωή της έτρεξε ορμητικά κόντρα στον άνεμο προσπερνώντας κάθε τι θλιβερό, όχι σαν τώρα που ζωή της ήταν η ίδια η θλίψη.
Αύριο ξεκινούσε η άδειά της. Εικόσι ολόκληρες μέρες που δεν είχε πάλι πώς να ξοδέψει. Όλοι περιμέναν γκρινιάζοντας να φτάσει ο Αύγουστος, να φύγουν και να επιστρέψουν μαυρισμένοι το Σεπτέμβρη ανταλλάσσοντας μετά εμπειρίες από παραλίες και ταβερνάκια δίπλα στη θάλασσα, εκείνη πάλι μισούσε αυτό το μήνα, που έμενε στην Αθήνα, ολομόναχη σε μια πόλη άδεια -εγκαταλειμμένη- με την παρέα αδέσποτων και πρεζονιών, περίπτερα κλειστά, πολυκατοικίες με παντζούρια κατεβασμένα, μπαλκόνια έρημα, μοναδική υποψία ζωής οι σκιές των διαρρηκτών στις ταράτσες, να, τουλάχιστον εκείνη δεν είχε ν' ανησυχεί ότι θα γύρισε πίσω το Σεπτέμβρη αντικρύζοντας το σπίτι της ανοιγμένο.
Φέτος δεν άντεχε όμως πάλι εδώ. Ανυπόφορο καλοκαίρι, τσιμέντα να βράζουν, κλιματιστικό να υπολειτουργεί, ο φωταγωγος να μυρίζει από τη ζέστη, εκείνη μόνη στη βεράντα να μετράει πόσα αυτοκίνητα πέρασαν όλο το βράδυ -πάντα μονοψήφιος αριθμός. Φέτος θα έφευγε, θα μπαινε στο τρένο -τα πλοία τα μισούσε, να γιατί απέφευγε τα νησιά- ίσως Χαλκιδική, και η Καβάλα έχει ωραίες παραλίες, γιατί όχι Πελοπόννησο, ακόμα και κατακαμμένη έχει ένα σωρό ομορφιές.
Ετοίμασε το σάκο της, πετσέτα, αντιηλιακό, λίγα φρούτα για τη λιγούρα μετά το μπάνιο κι ένα βιβλίο "γυναικείας λογοτεχνίας" (έτσι τα αποκαλούσε υποτιμητικά εκείνος) και ήταν έτοιμη για τις διακοπές της. Δε θα πήγαινε μακριά. Και φέτος εδώ γύρω θα την έβγαζε. "ΑΜΒΡΑΚΙΑ, Θαλάσσια-μπάνια-και-εκδρομές-στην-πανέμορφη-Αττική-με-δικά-μας-υπερπολυτελή-λεωφορεία", παρέα με γριές και μοναχικούς αγνώστους, όχι πια αγνώστους αλλά οικεία πρόσωπα, τους ήξερε από πέρυσι, τους έβλεπε καθημερινά στο λεωφορείο, και φέτος θα της χαμογελούν αλληλέγγυα κάθε φορά που θα διασχίζει το διάδρομο για να βρει θέση δίπλα στο παράθυρο, να μπορεί να βλέπει θάλασσα και ν' αγναντεύει τις ακτές, να ξεγελιέται ότι φεύγει, όχι βέβαια με μηχανή σαρώνοντας την Ελλάδα, ούτε με ΚΤΕΛ φτάνοντας σ' ένα ιδανικό χωριό αλλά τουλάχιστον μακριά για λίγες ώρες από τον ήχο του χαλασμένου κλιματιστικού και την απόλυτη σιωπή της πόλης.
Γιατί δεν είχε χωριό να πάει, ούτε εξοχικό στον τόπο των γονιών της, να φεύγει τα τριήμερα και τον Αύγουστο σαν τους άλλους και να επιστρέφει ήρεμη από την αστική ένταση, ήταν Αθηναία χωρίς ρίζες και καταγωγή, γεννήθηκε εδώ και δε μπορούσε να φύγει, άλλο την εποχή που ήταν με εκείνον, τώρα καθηλώθηκε στην πόλη για πάντα, κι αν έφευγε, άδικος κόπος, την πόλη μέσα της θα κουβαλούσε.
(Στη θέση της φωτογραφίας θα έπρεπε να υπάρχει το τραγούδι "Η Πόλις" της Λένας Πλάτωνος, σε ποίηση Κωνσταντίνου Π. Καβάφη και ερμηνεία Γιάννη Παλαμίδα, το οποίο όμως δεν έχει ακόμα δισκογραφηθεί. Θα αναρτηθεί κανονικά μόλις βρει το δρόμο για τη δισκογραφία)
H πόλις του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, σε μουσική της Λένας Πλάτωνος. Ερμηνεία: Γιάννης Παλαμίδας. Αδισκογράφητο προς το παρόν.
12 Ιουλίου 2010
Κύκλος Καβάφη
Στα ακουστικά μου παίζει ο Καβάφης. Στέκομαι όρθιος στο μετρό, κλείνω τα μάτια και βλέπω το σκοτάδι των ποιημάτων.
Να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν ένα όνειρο κραυγάζει ο Παλαμίδας και ο καταραμένος λόγος του Ποιητή κυλάει στα καλώδια-φλέβες του Ipod.
Λαρυγγισμοί που διαπερνούν τα τύμπανα, ηλεκτρομπίτς που ταρακουνούν, χειροκροτήματα και επευφησμοί ανάμεσα στα τραγούδια, ολόκληρη η καβαφική ειρωνεία σε μια πειρατική ηχογράφηση.
Την μια μονότονην ημέραν άλλη μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί.
Ανοίγω τα βλέφαρα και είναι μπροστά μου. Το άδειο πιάνο της Πλάτωνος στην ορχήστρα, εκείνη που παρακολουθεί με κλειστά μάτια, σφιγμένα χείλη κι αταραχη ικανοποίηση τον ιδανικό της ερμηνευτή να συνταράσσεται στο αρχαίο κοίλο, το γαλάζιο της φόρεμα που ξεχωρίζει στα πρώτα καθίσματα.
Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
Ο Παλαμίδας στα μαύρα, απόκοσμος, κατασκότεινος όπως οι μελωδίες, φιγούρα από ταινία τρόμου του βωβού, μια φωνή απόγνωσης σ' ένα κρεσέντο θλίψης και διαστημικών ήχων.
Ο συρμός τρέχει στο σκοτεινές στοές. Η φωνή του απλώνει, αντηχεί, κατεβαίνει σε δυσθεώρητα βάθη, παλινδρομεί στις μίξεις, εκρήγνυται και επιστρέφει τσακισμένα ανθρώπινη.
Εδω ας σταθώ
Μ' επαναφέρει το σφύριγμα της πόρτας. Φτάνω σε λίγο στο σταθμό μου. Δεκατρία τραγούδια στη διαδρομή Κατεχάκη-Πανεπιστήμιο. Η πόρτα ανοίγει, ο κόσμος ξεχύνεται στις σκάλες, στα αυτιά μου το τελευταίο ανκόρ, βγαίνω αργά από το βαγόνι και καταλήγω πάλι στο διάζωμα. Η συναυλία ξεκινάει. Η Πλάτωνος ανεβαίνει και πάλι στην ορχήστρα, την κρατάει από το χέρι ο φίλος της Αντώνης Μποσκοΐτης, Είμαι λαχανιασμένη απολογείται και ξεκινάει το πιάνο της...
(Εδώ θα ακούσετε τις πρόβες για την "Πόλιν" του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη όπως τη μελοποίησε η Λένα Πλάτωνος και ανέβασε ο Αντώνης Μποσκοΐτης στο μπλογκ του Άσματα και Μιάσματα)
Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον, 1911, του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, σε μουσική της Λένας Πλάτωνος και ερμηνεία του Γιάννη Παλαμίδα. Αδισκογράφητο προς το παρόν.
Μονοτονία, 1908, του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, σε μουσική της Λένας Πλάτωνος και ερμηνεία του Γιάννη Παλαμίδα. Αδισκογράφητο προς το παρόν.
Η θάλασσα του πρωιού, 1915, του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, σε μουσική της Λένας Πλάτωνος και ερμηνεία του Γιάννη Παλαμίδα. Αδισκογράφητο προς το παρόν.
Να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν ένα όνειρο κραυγάζει ο Παλαμίδας και ο καταραμένος λόγος του Ποιητή κυλάει στα καλώδια-φλέβες του Ipod.
Λαρυγγισμοί που διαπερνούν τα τύμπανα, ηλεκτρομπίτς που ταρακουνούν, χειροκροτήματα και επευφησμοί ανάμεσα στα τραγούδια, ολόκληρη η καβαφική ειρωνεία σε μια πειρατική ηχογράφηση.
Την μια μονότονην ημέραν άλλη μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί.
Ανοίγω τα βλέφαρα και είναι μπροστά μου. Το άδειο πιάνο της Πλάτωνος στην ορχήστρα, εκείνη που παρακολουθεί με κλειστά μάτια, σφιγμένα χείλη κι αταραχη ικανοποίηση τον ιδανικό της ερμηνευτή να συνταράσσεται στο αρχαίο κοίλο, το γαλάζιο της φόρεμα που ξεχωρίζει στα πρώτα καθίσματα.
Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
Ο Παλαμίδας στα μαύρα, απόκοσμος, κατασκότεινος όπως οι μελωδίες, φιγούρα από ταινία τρόμου του βωβού, μια φωνή απόγνωσης σ' ένα κρεσέντο θλίψης και διαστημικών ήχων.
Ο συρμός τρέχει στο σκοτεινές στοές. Η φωνή του απλώνει, αντηχεί, κατεβαίνει σε δυσθεώρητα βάθη, παλινδρομεί στις μίξεις, εκρήγνυται και επιστρέφει τσακισμένα ανθρώπινη.
Εδω ας σταθώ
Μ' επαναφέρει το σφύριγμα της πόρτας. Φτάνω σε λίγο στο σταθμό μου. Δεκατρία τραγούδια στη διαδρομή Κατεχάκη-Πανεπιστήμιο. Η πόρτα ανοίγει, ο κόσμος ξεχύνεται στις σκάλες, στα αυτιά μου το τελευταίο ανκόρ, βγαίνω αργά από το βαγόνι και καταλήγω πάλι στο διάζωμα. Η συναυλία ξεκινάει. Η Πλάτωνος ανεβαίνει και πάλι στην ορχήστρα, την κρατάει από το χέρι ο φίλος της Αντώνης Μποσκοΐτης, Είμαι λαχανιασμένη απολογείται και ξεκινάει το πιάνο της...
(Εδώ θα ακούσετε τις πρόβες για την "Πόλιν" του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη όπως τη μελοποίησε η Λένα Πλάτωνος και ανέβασε ο Αντώνης Μποσκοΐτης στο μπλογκ του Άσματα και Μιάσματα)
Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον, 1911, του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, σε μουσική της Λένας Πλάτωνος και ερμηνεία του Γιάννη Παλαμίδα. Αδισκογράφητο προς το παρόν.
Μονοτονία, 1908, του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, σε μουσική της Λένας Πλάτωνος και ερμηνεία του Γιάννη Παλαμίδα. Αδισκογράφητο προς το παρόν.
Η θάλασσα του πρωιού, 1915, του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, σε μουσική της Λένας Πλάτωνος και ερμηνεία του Γιάννη Παλαμίδα. Αδισκογράφητο προς το παρόν.
31 Μαρτίου 2010
Μακρυά
Θέλω να γράψω ένα ποστ αλλά δεν έχω θέμα.
Και είναι η επικαιρότητα σκληρή, αθώα παιδιά σκοτώνονται, φόβος παντού, φόροι και οικονομική ανασφάλεια, ανήσυχα πρόσωπα που με προσπερνούν βιαστικά. Μόνο η άνοιξη ατάραχη, δραματικά παρούσα, πανέμορφη, με τις νερατζιές στα πεζοδρόμια ανθισμένες, τους βρώμικοι δρόμους να μοσχοβολούν. Μοιάζει η φύση να μας εκδικείται με την ομορφιά της, κόντρα στη φρικτή πραγματικότητα το θάμπος της υπογραμμίζει την άσχημη ζωή μας.
Θέλω να γράψω ένα ποστ αλλά δεν έχω θέμα.
Και είναι Μεγάλη Βδομάδα, σε λίγο θα 'μαστε οι περισσότεροι δίπλα στους ανθρώπους μας, στις οικείες μυρωδιές των λεμονανθών του Επιτάφιου, στο λιβάνι και στο τρεμοπαίξιμο της λαμπάδας, στις αυστηρές φιγούρες των Αγίων στις τοιχους, στις χαρμόσυνες κροτίδες και στις ευχές για Καλή Ανάσταση.
Καλή Ανάσταση. Είναι δυνατή πια;
Θέλω να γράψω ένα ποστ αλλά δεν έχω θέμα.
Μόνο ένα τραγούδι- ποίημα του Καβάφη. Και μια μνήμη που φεύγει κι επανέρχεται αυτοβούλως, τριγυρνάει, χάνεται στο χρόνο κι επιστρέφει εκδικητική. Μόνο αμείλικτες αναμνήσεις έχω, θαμμένες τόσο καιρό στο χώμα αλλά τώρα έτοιμες να φύτρωσουν και να κλείσουν το δρόμο μου σαν κλαδιά δέντρου της άνοιξης.
Θέλω να γράψω ένα ποστ αλλά δεν έχω θέμα.
Μόνο τη μνήμη έχω. Αυτό είναι το θέμα...
Μακρυά (Ποιήματα 1897-1933) του Κ. Π. Καβάφη σε μελοποίηση του Μιχάλη Τρανουδάκη. Ερμηνεία: Παντελής Θεοχαρίδης. Από το μεγάλο αφιέρωμα στον Αλεξανδρινό ποιητή του περιοδικού "Οδός Πανός" του Γιωργου Χρονά. Τεύχος 147/2009.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)