31 Μαρτίου 2009

Κλείνει ο τόπος


Δεν έχω πολλά να γράψω. Μόνο την αίσθηση ότι κλείνει ο τόπος πίσω μου ήσυχα.
Με μαύρες γραμμές με κλείνει απ' έξω...


Τα πράγματα περνούν από μέσα μας
με μαύρες γραμμές
κι ένα μόνιμο βόμβο
περνούν με μαύρες γραμμές
από μέσα μας.

Ήσυχα ήσυχα κλείνει ο τόπος
με μαύρες γραμμές
πίσω μας ήσυχα κλείνει
με μαύρες γραμμές
ο τόπος.




Κλείνει ο τόπος του Βασίλη Μαντζούκη. Ερμηνεύει η Μάρθα Φριντζήλα. "Baumstrasse" (2007)

29 Μαρτίου 2009

Από τους ανθρώπους, η μικρή η διαφορά σου


Κάπου στο πλήθος βρίσκεσαι- χάνεσαι
και πιάνεσαι απ’ όπου βρεις

Διάβασα το κείμενο σου για το πλήθος. Άνθρωπος αμάθητος στα πλήθη ήμουν, αλλά καθόλου αγοραφοβικός, όπως αποδείχθηκε κατά τη διαμονή μου στη Μεγάλη Πόλη. Κατάφερα όχι απλά να επιβιώσω μέσα στο πλήθος, αλλά και να λυτρωθώ. «Να λυτρωθώ», μεγάλη κουβέντα, ασ’ το καλύτερα. Να αναπνεύσω, να αφεθώ, να παρασυρθώ. «Αφήνομαι στο πλήθος που μ’ αρπάζει και μ’ αλλάζει». Ακριβώς αυτό. Με μια αράδα λέξεις.

Στο Nησί, για πλήθος ούτε λόγος. Ούτε αριθμητικά μπορούμε να μιλάμε για πλήθος, ούτε ουσιαστικά. Στο επόμενο βήμα σου πέφτεις πάνω στον ξάδερφο το Νίκο, στη γωνία παρακάτω η πρώτη σου δασκάλα στο δημοτικό (ναι, εδώ είναι υπαρκτό πρόσωπο κι όχι θολή ανάμνηση από σχολική φωτογραφία) και στο φανάρι απέναντι, η κόρη του παπά με αλλαγμένο το μαλλί (πάλι).

Συνήθως βέβαια περπατώ σε σχεδόν έρημους δρόμους. Παράπονο το ‘χω. Αλλά από την άλλη, να βγαίνω στο δρόμο και να συναντώ το μισό εν ζωή γενεαλογικό μου δέντρο και άλλους πολλούς ακόμη, μου δημιουργεί, όσο να πεις, μια ανθρωποφοβία και πολλά ζιγκ- ζαγκ στα πεζοδρόμια.

Σε Μεγάλη Πόλη ή Νησί, μέσα σε πλήθος μεγάλο ή μικρό, ανώνυμο ή διάσπαρτο με γνωστούς, αισθάνομαι ότι τα ίδια πράγματα με (μας) σώζουν ή απλά με (μας) παρηγορούν:

η παρηγοριά σου
μικρές στιγμές που φτιάχνουνε τα όνειρα σου

τα ταξίδια σου σε κόσμους,
τα ραντεβού στους δρόμους,
τα αγγίγματα στους ώμους

η παρηγοριά σου,
οι μουσικές, τα θέατρα, το σινεμά σου,
από τους ανθρώπους, η μικρή η διαφορά σου






«Η μικρή διαφορά» στίχοι Γεράσιμος Ευαγγελάτος, μουσική Θέμης Καραμουρατίδης, ερμηνεία Νατάσσα Μποφίλιου από το άλμπουμ «Μέχρι το τέλος», 2008.

27 Μαρτίου 2009

Το πλήθος


Συχνά απολαμβάνω την κάθοδό μου στο κέντρο της πόλης. Μαρτύριο για πολλούς -πορείες, κλειστοί δρόμοι, κόρνες- για μένα συγκινητικό το διαδαλώδες των δρόμων, η ετερόκλητη φασαρία του πλήθους, οι βιαστικές φυλές των ανθρώπων.


Όχι πως δε με θλίβει η καταστροφή της πόλης, αλλά αφήνομαι να παρατηρώ την πολυχρωμία της, γκρίζα και φανταχτερή μαζί τώρα την άνοιξη, οι θλιμμένες γωνιές της λούζονται από την ευδαιμονία του ανοιξιάτικου ήλιου, οι πολύβουες πλατείες της ηρεμούν κάτω από τις ευωδιές κάποιας τελευταίας νωχελικής νερατζιάς...

Η πόλη είναι επίπεδη όμως οι άνθρωποι δίνουν κίνηση στην τραυματισμένη όψη της, πλήθη ατελείωτα ξεχύνονται σε κύματα, κρέμονται από παγκάκια και στάσεις, τρέχουν σε διαβάσεις για να προλάβουν το φανάρι, πλημμυρίζουν σκάλες και πεζοδρόμια και κάνουν την πόλη να μοιάζει μελίσσι. Δικηγόροι με κουστούμι και χάντς φρι στο αυτί, φοιτητές με τισέρτς και σακίδιο στην πλάτη, ευπρεπή κορίτσια με σακούλες Ζάρα και Άττικα, επαίτες με ακορντεόν και χαρούμενοι αλλοδαποί, κολεγιόπαιδα που προσεύχονται στη Βιβλιοθήκη, όλες οι φυλές της πόλης συναντιούνται στους ίδιους δρόμους, ανεβαίνουν τα ίδια ασανσέρ, παίρνουν το ίδιο λεωφορείο. Όλοι βιάζονται, όλοι σε προσπερνούν, κάποτε σου πετούν και μια συγνώμη για το τυχαίο σκούντημα...

Στέκομαι στο πλάι και παγώνω την εικόνα. Δεκάδες αγάλματα σε στάση φυγής -σαν το Δρομέα στο Χίλτον που χρόνια παλεύει να ξεφύγει- πρόσωπα αγωνιώδη, εκφράσεις τεντωμένες. Παίρνω ανάσα και χάνομαι στο βόμβο του πλήθους, στην ανωνυμία που μυρίζει μοναξιά, στο συνωστισμό που βουίζει σιωπή...


Κι αφήνομαι στο πλήθος που μ' αρπάζει και μ' αλλάζει,
με γεννάει και με σκοτώνει και για λίγο ξαναζώ
και θέλω να σταθώ, να μετρηθώ στήθος με στήθος,
μ' ό,τι έχω αγαπήσει, ότι ακόμα αγαπώ




Το πλήθος (La foule) των Angel Cobral- Michel Rivgauche. Μετάφραση και προσαρμογή στα ελληνικά του Άρη Δαβαράκη. Ερμηνεία: Τάνια Τσανακλίδου, από το δίσκο "Piaf", με τραγούδια από την ομώνυμη θεατρική παράσταση (1981)

25 Μαρτίου 2009

Χαίρε ω χαίρε ανδρειωμένη πατρίδα σε τέφρα φοίνικα


Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τις επετείους, τις εθνικές εορτές, τις περήφανες αργίες...


Ίσως γιατί πάντα υπάρχει ο φόβος μην οργανώνουμε τη ζωή μας για το επόμενο τριήμερο, μην μετράμε την ευτυχία μας σε αργίες και εθνικές εορτές, γιατί η οριστική απόδραση από τη φρικτή καθημερινότητα θέλει κότσια και εμείς δεν μπορούμε παρά να πάρουμε το αμάξι και να φτάσουμε μέχρι τη Χαλκίδα και να επιστρέψουμε μετά με την ψευδαίσθηση ότι επιτέλους φύγαμε, με την ικανοποίηση ότι μπορεί και να ταξιδέψαμε...


Μικρ
ό με βάζαν ποιήματα να πω με την ποδιά
μα εγώ με τα χτυπήματα που είχα στην καρδιά
με τον εχθρό τα λέω


Θυμάμαι στο σχολείο την προετοιμασία της γιορτής, σημαιάκια στους τοίχους, κάδρα ηρώων του '21, να προβάρουμε ποιήματα και τραγούδια με τη δασκάλα για να μας καμαρώσουν οι γονείς και να βγει κι αυτή η φετινή εθνική υποχρέωση.


Πάντα έλεγα ποιήματα. Δηλαδή με επέλεγαν να πω. Τα κατάφερνα, παρότι πολλές φορές δεν καταλάβαινα τί απάγγελνα. Θυμάμαι την εσωτερική μάχη, το τρέμουλο στη φωνή και το χτυποκάρδι, μην ξεχαστούν τα λόγια, να κοιτάζω ευθεία κι όχι κατάματα τα γονικά πρόσωπα...

Δε με ανακαλώ όμως να απαγγέλλω. Μόνο ένα παιδάκι θυμάμαι, καθόταν στο διπλανό θρανίο, μαζεμένο και ήσυχο, το ανάγκασαν να πει ποιήμα σε κάποια επέτειο παρότι αυτό αρνιόταν κατηγορηματικά. Σε όλες τις πρόβες ερχόταν συνεπώς, είχε μάθει το ποίημά του εισπράττοντας τους επαίνους της κυρίας, φαινόταν ότι θα τα καταφέρει. Και τη μέρα της γιορτής όταν ήρθε η σειρά του για να απαγγείλλει, ανέβηκε στην έδρα αγέρωχα, έκλεισε μάτια και αυτιά με τα χέρια και δεν ξεκίνησε ποτέ...

Θυμάμαι τις προτροπές, τις αποδοκιμασίες, τα γέλια του κοινού, μα πιο πολύ θυμάμαι το ικανοποιημένο βλέμμα του -τη λεπτή ειρωνεία - μόλις άνοιξε τα μάτια για να κατέβει...






Αιγαίο των Νίκου Αντύπα- Λίνας Νικολακοπούλου. Ερμηνεία: Άλκηστις Πρωτοψάλτη, από το δίσκο "Σαν ηφαίστειο που ξυπνά" (1997)

Και η ζωή μας μια επέτειος φριχτή


Και η ζωή μας μια επέτειος φριχτή
Τα φώτα κάηκαν
Και τέλειωσε η γιορτή

Σήμερα, μέρα που είναι, λέω αναιδέστατα να βγάλω τη γλώσσα μου σε όλη αυτή τη νοοτροπία που μας ανάγκασε να μάθουμε την ιστορία μας ως μια σειρά από χρονολογίες, μάχες, νίκες ή ήττες, κατορθώματα ή ταπεινώσεις του επονομαζόμενου ελληνικού έθνους. Που μας έβαλε παρωπίδες και μας έχωσε πίσω από χαρακώματα απέναντι σε λογιών των λογιών «εχθρούς».

Σχολικές γιορτές, λαμπρές επέτειοι, χάρτινα (ή πλέον πλαστικά) σημαιάκια, ποιηματάκια και παρελάσεις. Εθνική περηφάνια.


Με θράσος λοιπόν, παραθέτω τους παρακάτω στίχους:

Θανάσης Διάκος έψηνε στη Λιβαδειά σουβλάκια
Ο Ομέρ Βρυώνης πέρναγε και ήθελε ουζάκια
Δεν σε σερβίρω άπιστε – σουβλάκι δεν σου φτιάχνω
Κι ο Ομέρ Βρυώνης έκραξε «σουβλάκι θα σε κάνω»

«Μάθημα» ή «μάθημα ελληνικής ιστορίας» λέγεται το τραγούδι. Κι αν σε ξένισαν οι παραπάνω στίχοι, άκουσε το ολόκληρο, φίλε Μάρκο, προσεκτικά. (Θα αντιλαμβάνεσαι βέβαια ότι δεν έχω τίποτα «προηγούμενα» με τον Αθανάσιο Διάκο- είχε, ο έρημος, τραγικό τέλος- αλλού είναι το θέμα).





Α, επίσης, έλεος πια, μην ακούσω στο ραδιόφωνο ως επετειακό το τραγούδι του Σαββόπουλου «Ωδή στο Γεώργιο Καραϊσκάκη». Ας πει και κάποιος ότι άλλον από τον Καραϊσκάκη είχε στο μυαλό του ο Σαββόπουλος όταν το έγραφε!



«Μάθημα» στίχοι Λίνα Νικολακοπούλου, μουσική Σταμάτης Κραουνάκης, ερμηνεία Γιώργος Μαρίνος. Βρίσκεται σε ζωντανή ηχογράφηση στο δίσκο του 1984 «Στον αστερισμό της Μέδουσας» στο εξώφυλλου του οποίου αναγράφεται «ακατάλληλος δίσκος για παιδιά» (και για εθνικόφρονες εν προκειμένω).
Η εκτέλεση που παρατίθεται παραπάνω στο βίντεο, είναι από το δίσκο «Αυτός ο Γιώργος» του 1991.