Ενώ εσύ βρίσκεσαι σε βραχυκύκλωμα, τεχνικό και συναισθηματικό, εγώ πάω εκδρομές με τα μέσα μαζικής μεταφοράς… Απολαμβάνω την ανεμελιά του λεωφορείου για λίγο. Όταν είναι για πολύ, η απόλαυση χάνεται στην ατέλειωτη αναμονή στη στάση. Γιατί όταν ο τελευταίος τουρίστας φεύγει, το νησί κατεβάζει τα ρολά και εν προκειμένω, τραβά χειρόφρενο.
Το αυτοκίνητο που λέγαμε πως θα αγόραζα, διασχίζει στεριές και θάλασσες μέχρι να “πέσει” στα χέρια μου, ενώ κατά τύχη, περισσότερο πρόωρα παρά έγκαιρα, έδωσα το παλιό για απόσυρση και πήρα κάτι τίτλους πληρωμής, ρευστό δεν διατίθεται. Αυτό που λένε πώς όποιος χάνει κάπου, κερδίζει κάπου αλλού; Το πέτυχα, κέρδισα στα χαρτιά, γιατί τί άλλο εκτός από προεκλογικός τζόγος με δημόσιο χρήμα θα μπορούσε να θεωρηθεί το φιάσκο με τα μέτρα για την αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης;
Πίσω στις εκδρομές με λεωφορείο, υπεραστικό. Για το ποιος έχει προτεραιότητα, ποιος έχει stop, πότε σταματάμε, πότε ξεκινάμε, πότε προσπερνάμε τώρα το αποφασίζει άλλος, εγώ διαλέγω παράθυρο και χαζεύω βουνό ή θάλασσα. Συναντώ ανθρώπους στο δρόμο για τη στάση, στη στάση, στο λεωφορείο στο πρακτορείο, ακούω λόγια, ήχους, μουσικές, μακριά από το προστατευμένο περιβάλλον του αυτοκινήτου. Ε, καλά, συνήθως κυκλοφορώ με ακουστικά, αλλά είπα να τα αφήσω για λίγο, να δω τι ακούγεται στον έξω κόσμο.
Δεν μπορώ να πω ότι κατάλαβα ακριβώς τι ήταν αυτά που άκουσα. Το μόνο τραγούδι που ήξερα ήταν το «σώσε με», που έχει πρωτοπεί η Ρίτα Σακελαρίου, αλλά σε επανεκτέλεση από μια κοπέλα που δεν ξεχώρισα ποια ήταν, έμοιαζε τόσο με αυτή που τραγουδούσε πριν, όσο και με αυτή που ακολουθούσε μετά, και εγώ δεν ήξερα καμιά τους.
Όσο για το τραγούδι, μου θύμισε το φοιτητικό εστιατόριο, όταν ένα βράδυ η μερακλωμένη μαγείρισσα σερβίροντας τις μερίδες στα πιάτα σιγοτραγουδούσε το τραγούδι που ακουγόταν από το ραδιόφωνο «σώσε με, δώσ’ μου να πιω το δηλητήριο/ θα’ ναι η ζωή μου ένα μαρτύριο/ τώρα που πια δε μ’ αγαπάς». Τότε, είχα φέρει στο μυαλό μου τη Ρίτα Σακελαρίου με γούνα και στρας να τραγουδά στη μέση της κρύας, αχανούς και μισοάδειας αίθουσας εστιατορίου, που μαζι με τα εφέ των λευκών νιφάδων μούχλας, υγρασίας και νερού της βροχής που έπεφταν από το ταβάνι πάντα τέτοια εποχή (η δημόσια δωρεάν σίτιση και στέγαση μπάζει στη χώρα μας), συμπλήρωναν ένα σκηνικό που απόπνεε μια αίσθηση ατόφιας παρακμής.
Γενικά, τα ακούσματα της συγκεκριμένης μαγείρισσας είχαν να κάνουν με άγνωστα κομμάτια του Καζαντζίδη, με Μανώλη Αγγελόπουλο, με κλώνους του Καζαντζίδη και του Αγγελόπουλου κ.ο.κ. και ξένιζαν στην πλειοψηφία τους το ευρύ κοινό του εστιατορίου. Του εστιατορίου, που οφείλω να αναγνωρίσω ότι όταν είχε βάρδια η εν λόγω μαγείρισσα, διέθετε τα γευστικότερα εδέσματα, σε σχέση με τα αντίστοιχα των συναδέλφων της, τι κι αν άκουγαν Δεύτερο αυτοί.
Αφιερωμένο το τραγούδι στην μαγείρισσα που τόσα χρόνια έτρωγα απ’ τα χέρια της (και ποτέ δεν έμαθα τ’ όνομά της).
«Σώσε με» Ρίτα Σακελαρίου, στίχοι και μουσική Νίκος Καρβέλας, δίσκος «Αρέσω» (1986)