3 Ιουνίου 2009

Σε πόσα χρόνια σχολάς


Ο καιρός φεύγει λες, κι εσύ καθισμένη σε γραφείο δεν έχεις χρόνο ούτε για αποχαιρετισμούς.
Σε γραφείο ανήλιαγο, με στοίβες βιβλία και έγγραφα, φακέλους να χάσκουν και υπολογιστές τσέπης με χλωμές οθόνες που αναβοσβήνουν γιατί το φως δεν είναι αρκετό. Κι ένα τηλέφωνο στο πάτωμα ή την τσέπη να χτυπάει μανιασμένα...

Πότε άρχισες να δουλεύεις - να είσαι "παραγωγική" όπως λένε- πότε μπήκες στη ρουτίνα και κάθε μέρα μοιάζει με την προηγούμενη δε θυμάσαι. Πάει καιρός...

Πες μου τώρα,
σε πόση ώρα, σε πόσα χρόνια σχολάς

Αλήθεια, θα περάσουν πάνω από τριάντα χρόνια δουλεύοντας.
Για το ένα τρίτο της ζωής σου όλα σχεδόν τα πρωινά θα είναι πιασμένα.
Μια απλή βόλτα στο κέντρο θα μοιάζει πολυτέλεια, ένα άσκοπο χάζεμα στους δρόμους με πρωινό καθάριο φως θα φαντάζει υπερβολή, ένας καφές με τον κόσμο να προσπερνάει γοργά το τραπεζάκι σου με την απλωμένη εφημερίδα μακρυνή ανάμνηση...

Αλήθεια, θα περάσουν πάνω από τριάντα χρόνια δουλεύοντας.
Κι έπειτα εκεί στο φινάλε, όταν κριθεί ότι είναι ώρα να ξεκουραστείς, πώς αφαιρείται ανώδυνα από την καθημερινότητά σου τόσων χρόνων ρουτίνα, πώς μεταμορφώνεται η συνήθεια χωρίς αισθήματα κενού, πώς γεμίζουν τα όψιμα πρωινά σου δίχως την αίσθηση του άδειου;

Ανθρωποθυσία είναι η κάρτα που χτυπάς

Σε ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα
κυνηγέ του ωραρίου, των προθεσμιών και των προγραμμάτων,
ασθενή των γεμάτων πρωινών και των στριμωγμένων απογευμάτων,
παρατηρητή της ζωής από το μισάνοιχτο παράθυρο του γραφείου,
πώς ξεκινάει η μέρα σου πάντα την ίδια ώρα;
Πώς συνεχίζει η ζωή σου από χθες πάντα
με εκκρεμότητες να σε περιμένουν σε ντοσιέ πάνω στο γραφείο;

ΥΓ: Το ποστ είναι αφιερωμένο σε όλους τους αγαπημένους φίλους μου που δουλεύουν πολύ. Τους συμπονώ και τους ζηλεύω λιγάκι...




Η ώρα των Νίκου Αντύπα- Λίνας Νικολακοπούλου. Ερμηνεία: Χάρης Κατσιμίχας. Άλμπουμ: Οπωσδήποτε παράθυρο (2001).

1 Ιουνίου 2009

ο καιρός πετάει καβάλα σε μια ξύλινη κουτάλα


Κι αν βαρεθήκαμε τον τραγικό σουρεαλισμό του μεγαλόκοσμου και μας έλειψε εκείνος του παιδόκοσμου λες. Προτρέπεις να τρέξουμε στη Λίλιτσα και στα παχιά χορτάρια. Σε κανένα δε θα λείψουμε, λες. Δηλαδή, άντε και κλείσαμε κάμποσες ώρες στα λιβάδια- έστω δεν το πρόσεξε κανείς, μετά όμως … δεν το βλέπω να σταματάει το κινητό να χτυπά… Βίαιη η επιστροφή στην πραγματικότητα όταν σε παίρνουν από τη δουλειά: «πού είσαι, πού έβαλες το τάδε, πώς κάνουμε το δείνα, πότε γυρνάς».

Εκτός κι αν θεωρείς ότι έχεις πιάσει δουλειά κάπου στη Λίλιτσα και τότε βασική, αν όχι μόνη σου έγνοια θα ‘ναι ο τράγος να μην σε κουτουλίσει (μην το γελάς- το έχω πάθει και πονάει). Μα αν βλέπεις τα πράγματα κάπως έτσι, τότε τι σε σταματάει από το να δεις και μια αρκούδα καφέ να τρέχει δίπλα σου φορτωμένη με ένα ξύλινο μπουφέ, ο οποίος μάλιστα μέσα σου έχει εξασφαλισμένο μεσημεριανό: μια ψητή μπριζόλα, ζεστή φακή στην κατσαρόλα, ένα καφέ με το καϊμάκι κι ένα χοντρό σοκολατάκι (για επιδόρπιο); Κι αν ολόκληρη αρκούδα φορτωμένη μπορεί να τρέχει, τότε σίγουρα εγώ μπορώ να τρέξω περισσότερο! Το λες και ακόμα χειρότερα, το πιστεύεις. Τέτοιες ψευδαισθήσεις με κυνηγούν και τρώω τα νιάτα μου δουλεύοντας εντατικά για μια (αυτ)απάτη.

Μέσα στη γενική αυτή τρεχάλα κι ενώ γράμματα και αριθμοί έχουν στήσει για τα καλά τρελό χορό στο θολωμένο μου μυαλό, σηκώνω το κεφάλι απ’ το ανήλιαγο γραφείο μου και βλέπω τον καιρό να φεύγει -και μάλιστα- με ταξί να μου κουνάει το μαντίλι με το χέρι το δεξί (για τέτοια παρατηρητικότητα μιλάμε).




Ο καιρός λοιπόν, έχουμε και λέμε:

Τρέχει, τρέχει σα ρομπότ.
Αχ, έτσι εξηγείται αυτή η απόσταση που μας χωρίζει. Δεν είμαι άνθρωπος της βιασύνης, θέλω το χρόνο μου. Πάει ο καιρός, φεύγει, ξαναφεύγει κι εγώ ακόμα στα ίδια...

Φτάνει στην Ηγουμενίτσα.
Μήπως τώρα θα προλάβω να τον στριμώξω; Φρούδες ελπίδες. Όταν φτάνει ξαναφεύγει, μας διαβεβαιώνει για άλλη μια φορά η στιχουργός και δεν αφήνει περιθώρια. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν τον έχω πετύχει σε μέρη που επιδίωξα να τον βρω.

Ταΐζει ένα γλάρο καθισμένο στο φουγάρο.
Μμμ σοβαρές ασχολίες έχει κι αυτός… να δεις που εν τέλει θα συμφιλιωθούμε!

Σε μια καμπάνα κατά λάθος κουτουλά.
Έχει κι ο καιρός τα απρόοπτα του. Ξαφνικά για λίγο- σταματά, για δευτερόλεπτα. Ώσπου να συνέρθει, απ’ το καλό ή το κακό.

Χάνει δέκα αεροπλάνα.
Ούτε αυτός τα πάει καλά με τις προθεσμίες και τα προγράμματα, πόσο μάλλον εγώ… (αυτό-δικαιολογούμαι :P )

Πάντως, η καλύτερη κατ’ εμέ απάντηση για το ερώτημα «που πάει ο καιρός» δόθηκε μέσα από αυτό εδώ το τραγούδι. Τι κι αν έχασε το αεροπλάνο, τι κι αν κουτούλησε σε μια καμπάνα, σίγουρα πάει κι έρχεται- πετάει με το πιο απρόβλεπτο και ανεπιτήδευτο μέσο:

ο καιρός πετάει καβάλα σε μια ξύλινη κουτάλα

Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.


“Σαράντα γιδοπρόβατα” (ερμηνεία Σαβίνα Γιαννάτου- Λένα Πλάτωνος, μουσική Λένα Πλάτωνος, στίχοι Μαριανίνα Κριεζή),

“Μια αρκούδα καφέ” (ερμηνεία Σαβίνα Γιαννάτου- Αντώνης Κοντογεωργίου, μουσική Δημήτρης Μαραγκόπουλος, στίχοι Μαριανίνα Κριεζή),

“Που πάει ο καιρός που φεύγει;” (ερμηνεία Σαβίνα Γιαννάτου- Αντώνης Κοντογεωργίου, μουσική Δημήτρης Μαραγκόπουλος, στίχοι Μαριανίνα Κριεζή).

Από το δίσκο “Εδώ Λιλιπούπολη, μουσική και τραγούδια από τη ραδιοφωνική εκπομπή του Τρίτου Προγράμματος” (1980).

27 Μαΐου 2009

Όλος ο κόσμος μια Λιλιπούπολη


Δούλεψε σκληρά γιατί τα αφεντικά είναι σε κρίση και δε "βγαίνουν"

Με το σοφά
σκωπτικό αυτό σύνθημα, κλεμένο από τοίχο πανεπιστημιακό, λέω ν' αφήσω στην άκρη τη διαβόητη κρίση αγαπητή BlackForest. Ούτως ή άλλως μπροστά μας θα την έχουμε για πολύ καιρό ακόμα, δε θα μας αφήσει εκείνη να την ξεχάσουμε.

Λαέ της Λιλιπούπολης, σήκωσε πια παντιέρα



Το κλίμα των ημερών είναι σαφώς προεκλογικό.
Παπαγαλάκια πολύχρωμα και πτηνά όλων των ειδών ίπτανται στον αέρα μας, τιτιβίζουν μεγάλα λόγια που αρχίζουν με το μόριο "θα" και κραδαίνουν ρομφαία χάρτινη -σαν από προεκλογική αφίσα, από αυτές τις κακόγουστες που έχουν γεμίζει την πόλη - έτοιμα να υπερασπιστούν το μέλλον μας. Ξέρεις εκείνο το μέλλον που έβαλαν υποθήκη για να χτίσουν ένα βολικό γι' αυτούς παρόν.

Και τη ζωή μας κυβερνά μια αρκουδοπεταλούδα

Ενδιαφέρει τελικά κανέναν αυτό το κλίμα; Με δόση ενοχής ακούω μέσα μου την απάντηση.
Ενοχή γιατί μας είπαν ότι πολίτης σημαίνει πολιτικοποιημένος. Στρέφοντας όμως το κεφάλι στον απέναντι τοίχο διαβάζω και το δεύτερο αφορισμό -ακόμα πιο κυνικά ρεαλιστικό-

Αν οι εκλογές μπορούσαν ν' αλλάξουν τον κόσμο, θα ήταν παράνομες


Τελικά αυτός ο ρεαλισμός πονάει πιο πολύ κι από παιδική πληγή.
Παιδική πληγή είπα;

Ωραία Λιλιπούπολη ποτέ δε σε ξεχνάμε

Ποιός μας πίεσε να μεγαλώσουμε αλήθεια, δε θυμάμαι.
Πάντα ανυπόμονα τα παιδιά, βιάζονται να φύγουν από ένα κόσμο αθώο όπου
καφέ αρκούδες τρέχουν φορτωμένες ξύλινους μπουφέδες, τριανταφυλλί γουρουνάκια περνάνε στην ροζ ανατολή και γιαουρτοποταμοί κυλάνε ασπρίζοντας ασπρόρουχα.

Πάντα βιαστικά τα παιδιά τρέχουν να εγκαταλείψουν ένα νησί όπου χαρούμενα λαχανικά χορεύουν σε χορούς μπιζελιών, κινέζες χτυπούν με τα πόδια μαγιονέζες και λάγνες ασιατικές γρίπες έρχονται με ιπτάμενα χαλιά από την ανατολή...




Αντίο Λιλιπούπολη, αντίο αντίο,

παίρνω το πατίνι μου, το άλογο, το πλοίο,
παίρνω το τρένο της γραμμής, παίρνω το αεροπλάνο
και φεύγω Λιλιπούπολη τις ομορφιές σου χάνω.

Για ν' ανακαλύψουν μεγαλώνοντας ότι στον κόσμο των μεγάλων η γρίππη δεν είναι ασιατική αλλά από τη δύση -των χοίρων κι όχι χρώματος τριανταφυλλί- οι λιγοστές καφέ αρκούδες τρέχουν να κρυφτούν από τους κυνηγούς, τα λαχανικά είναι μαραμένα από τις φυτοφάρμακα και οι γιαουρτοποταμοί έχουν δια παντός στερέψει...

Ποιός μας πίεσε να μεγαλώσουμε αλήθεια, δε θυμάμαι.
Για να δούμε ότι ο κόσμος των μεγάλων δεν είναι δα και τόσο σπουδαίος, ούτε καν όμορφος. Άσε που δε σε καλωσορίζει και κανείς...

Αχ Λιλιπούπολη τον κόσμο κι αν γυρίσω,
άλλο νησί δε θα ξαναγαπήσω

Κι αν μετανιώσαμε και θέλουμε να επιστρέψουμε πίσω; Κι αν βαρεθήκαμε το τραγικό σουρεαλισμό του μεγαλόκοσμου και μας έλειψε εκείνος του παιδόκοσμου; Σε κανένα δε θα λείψουμε είμαι σίγουρος. Πάμε λοιπόν όλοι εμείς

Παιδιά της Λιλιπούπολης με γκλίτσες και ταγάρια
ας τρέξουμε στη Λίλιτσα και στα παχιά χορτάρια

με κείνη την ανεμελιά και την αθωότητα των παιδιών που δεν έχουν παλέψει με τις αυριανές τους ήττες και ματαιώσεις, δεν έχουν χάσει ακόμα την πίστη τους.

Και μη γελιόμαστε. Και στη Λιλιπούπολη υπάρχουν διεφθαρμένοι Χαρχούδες και υστερικές Πιπινέζες που κυνηγούν παιδικά όνειρα. Όμως εκεί τα μάτια αντικρύζουν τον κόσμο αθώα, δεν είναι απογοητευμένα, ούτε συμβιβασμένα. Ναι, αυτός ο κόσμος θα είναι πάντα
μια Λιλιπούπολη, αλλά αν τα μάτια διατηρούν μια δόση παιδικής ελπίδας ίσως και να τον αλλάξουν...





Δούλεψε σκληρά σύνθημα από τοίχο του Πολυτεχνειούπολης.

Λαέ της Λιλιπούπολης
των Νίκου Κυπουργού- Μαριανίνας Κριεζή. Ερμηνεία: Σπύρος Σακκάς. Άλμπουμ: "Εδώ Λιλιπούπολη" (1980). Στο βίντεο ακούγεται η λάιβ εκδοχή από το άλμπουμ "Εδώ Λιλιπούπολη. Ζωντανή ηχογράφηση από το Μουσικό Θέατρο του Βόλου"(2001)

Αν οι εκλογές σύνθημα από τοίχο των Εξαρχείων.

Ο ύμνος της Λιλιπούπολης του Νίκου Κυπουργού.
Άλμπουμ: Εδώ Λιλιπούπολη (1980).

Αντίο Λιλιπούπολη του Δημήτρη Μαραγκόπουλου- Μαριανίνας Κριεζή. Ερμηνεία: Αντώνης Κοντογεωργίου. Άλμπουμ: "Εδώ Λιλιπούπολη" (1980). Στο βίντεο ακούγεται η λάιβ εκδοχή από το άλμπουμ "Εδώ Λιλιπούπολη. Ζωντανή ηχογράφηση από το Μουσικό Θέατρο του Βόλου"(2001)

Σαράντα γιδοπρόβατα των Λένα Πλάτωνος-
Μαριανίνας Κριεζή. Ερμηνεία: Σαβίνα Γιαννάτου. Άλμπουμ: "Εδώ Λιλιπούπολη" (1980).

Όλος ο κόσμος είναι μια Λιλιπούπολη των Νίκου Κυπουργού- Μαριανίνας Κριεζή. Ερμηνεία: Σπύρος Σακκάς. Άλμπουμ: "Εδώ Λιλιπούπολη" (1980). Στο βίντεο ακούγεται η λάιβ εκδοχή από το άλμπουμ "Εδώ Λιλιπούπολη. Ζωντανή ηχογράφηση από το Μουσικό Θέατρο του Βόλου"(2001).

24 Μαΐου 2009

Στον αστερισμό του πιγκουίνου


Είναι γεγονός αν κάποιος έχει κάνει τον κόπο να ασχοληθεί λίγο με τα τεκταινόμενα στην παγκόσμια οικονομία την τελευταία δεκαετία, δεν τον πίανει εξαπίνης η σημερινή οικονομική κρίση. Όποιος όμως τολμούσε μέχρι πρότινος να παίξει το ρόλο της Κασσάνδρας, αντιμετωπιζόταν με εχθρικότητα, ήταν ο τρελός του χωριού.

Οι άνθρωποι αρέσκονται να αναζητούν κάθε λογής ουτοπίες. Όταν πριν από 20 χρόνια μπήκε οριστικά η ταφόπλακα στην ουτοπία του υπαρκτού σοσιαλισμού, ο καπιταλισμός έγινε de facto μονόδρομος. Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται. Αγιοποιήθηκε η δυνατότητα αυτορύθμισης των αγορών, εκεί βασίζεται η ουτοπία του καπιταλισμού. Ενός οικονομικού συστήματος που χωρίς αντίλογο, δρα ανεξέλεγκτα, αυθαίρετα, εντείνοντας ανισότητες και όλα αυτά ύπουλα παλασαρισμένα σε ένα πολύχρωμο περιτύλιγμα πλαστής ευμάρειας και κατανάλωσης μέχρι τελικής πτώσης.

Το σκάσαμε απ' τα σπίτια μας εχτές
τώρα γύρω μας η παγωμένη λίμνη

Κάτι όμως τελικά δεν πάει καλά στο ιδανικό αυτό οικονομικό σύστημα: επιχειρήσεις πτωχεύουν, έχουν ζημιές ή απλώς χάνουν μέρος από τα υπερκέρδη τους. Ο αδύναμος κρίκος ήταν και είναι οι εργαζόμενοι. Στα νεφρά μας δηλαδή και αυτή η κρίση του οικονομικού συστήματος. Ζούμε την ανεργία, τις απολύσεις, τις "οικειοθελείς(;)" αποχωρήσεις, την ελαστικοποίηση του ωραρίου ή μια απλή και απαραίτητη "ευελιξία στην αγορά εργασίας" όπως λόγια ονομάζουν αυτό το χαμό εκεί στις Βρυξέλλες. Σας ευχαριστούμε κύριοι και κυρίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ευαισθησία σας. Θα την έχουμε στα υπόψη μας στις 7 του Ιούνη. Εκλογές εσείς εκεί, εμείς κάπου αλλού βρισκόμαστε, δεν ξέρω αν ποτέ συναντηθούν τα ενδιαφέροντά μας.

Στον αστερισμό του πιγκουίνου
μέσα σε μια σιωπή διαστημική
μετράμε τους κομήτες που πεθαίνουν
κι απόηχοι της νύχτας που ανεβαίνουν
απ' το σκοτεινό πλανήτη Γη

Τέλος, θα βάλω πίσω στο ντουλάπι τον οικονομολόγο που κρύβω μέσα μου και θα συμφωνήσω, η κρίση σαφώς και δεν είναι μόνο οικονομική. Απλώς, η ευμάρεια που λέγαμε μας έκανε να εθελοτυφλούμε. Κρύβαμε τα σκουπίδια κάτω από το χαλί. Όσο πιο ακριβό και βαρύ ήταν το χαλί, τόσο πιο δύσκολα θα ανασηκωνόταν για να φανούν. Τώρα όμως που το χαλί μας το "σήκωσε" η τράπεζα γιατί τα γραμμάτια διαμαρτυρήθηκαν; Τώρα όλα στη φόρα.





Στον αστερισμό του πιγκουίνου
πλάι σε μια μικρή μικρή φωτιά
καθόμαστε με δυο πλεκτά σκουφάκια
και παίζουμε παιχνίδια με παγάκια
των καιρών που ήμασταν παιδιά



«Στον αστερισμό του πιγκουίνου» στίχοι Μαριανίνα Κριεζή, μουσική Λένα Πλάτωνος, ερμηνεία Σαβίνα Γιαννάτου- Γιάννης Παλαμίδας από το δίσκο «Σαμποτάζ», 1981.

19 Μαΐου 2009

Σχόλασε το γλέντι τώρα



Σχόλασε το γλέντι τώρα


Τέλειωσε λοιπόν και η Eurovision, αφήνοντας τη χώρα σε ένα άγριο τηλεοπτικό θρήνο, αλλά και το έθνος χωρίς θέμα να ασχοληθείται για να ξεχνιέται.

Γιατί το στιχάκι σαφώς και δεν αναφέρεται μόνο στη Eurovision, ένα ανώδυνο φεστιβάλ τραγουδιού όπου κάθε επαρχιώτικη χώρα προσπαθεί να κάνει το κομμάτι της. Άλλο είναι το μεγάλο γλέντι που σχόλασε.

Μιλάω για κείνο το φαγοπότι των τριών τελευταίων δεκατιών που μας κληροδότησε απλήρωτους λογαριασμούς, ακάλυπτες επιταγές και ισόβια γραμμάτια. Σ' εκείνη τη διαβόητη "Κρίση
" αναφέρομαι. Οικονομική μας την προσδιορίζουν, αλλά μάλλον μια τέτοια θα ήταν λιγότερο επώδυνη.

Εγώ τη βλέπω να μετατρέπεται σε Κρίση ολόκληρης γενιάς, της δικής μας. Μιας γενιάς που η ψεύτικη -όπως αποδείχτηκε- ευμάρεια την είχε καλομάθει: Την ντάντεψε και τη μεγάλωσε προικίζοντάς την με ένα σωρό εφόδια και δεξιότητες και τώρα την αφήνει μόνη σε ένα κολοσσαίο να την κατασπαράξουν τα ανθρώπινα θηρία του ακραίου καπιταλισμού.

Θα αισθάνεσαι υπέργηρος στον κόσμο των ακμαίων

Κι έπειτα βλέπω την "Κρίση" να μεταλλάσσεται σε προσωπική -ενδοσκοπική. Να στρέφει την κάνη της και να στοχεύει έναν έναν μας ξεχωριστά, να πυροβολεί εξ επαφής τα όνειρά μας και να τα θρυμματίζει σα γυάλινη επιφάνεια.

Μου λες να κοιταχτούμε στον καθρέπτη.
Το είδωλο μας απέναντι είναι αμείλικτο:
Λίγο στραπατσιρισμένο, κάπως συμβιβασμένο με τα λίγα μας αλλά με ένα σωρό χρέη. Με κάμποσες πρόωρες γκρίζες τρίχες στα μαλλιά ή στα γένια. Και παρότι στην αρχή, με μια αίσθηση ότι ζούμε τα δειλινά μας.



Ύστερα ήρθαν δειλινά θολά και βουρκωμένα
άλλος ξεπούλησε φθηνά, άλλος αγόρασε ακριβά
κι όσοι ακόμα αντέχουνε μές΄στο σκοτάδι φέγγουν
σαν σήματα φωσφορικά, σαν νυχτωμένα φορτηγά

Άλλοι ξεπουλούν, άλλοι αγοράζουν ακριβά, κάποιοι αντέχουν.
Σε ποιους ανήκουμε εμείς είναι το ερώτημα...


Καράβια αλήτες των Μάνου Λοΐζου- Φώντα Λάδη. Ερμηνεία: Χάρις Αλεξίου- Νίκος Πορτοκάλογλου. Άλμπουμ: "Αφιέρωμα στο Μάνο Λοΐζο" (2007). Πρώτη ερμηνεία: Γιάννης Πουλόπουλος (1965).

Δεν έχεις να πληρώσεις της Δανάης Παναγιωτοπούλου. Άλμπουμ: "Homo logotypus" (2009).

Σήματα φωσφορικά των Σωκράτη Μάλαμα- Άλκη Αλκαίου. Άλμπουμ: "Ένα" (2002).